29.1 C
Athens
Τετάρτη, 6 Ιουλίου, 2022

Σύγχρονη ερμηνεία αρχαίου δράματος: «Το μοναδικό εξαγώγιμο ελληνικό brand name»

Στα διεθνή πολιτιστικά ισοζύγια, η Ελλάδα κατέχει ένα μοναδικό προϊόν με σημαντικό ειδικό βάρος και αυτό είναι το αρχαίο δράμα (τραγωδία και Αττική κωμωδία) και συγκεκριμένα η σύγχρονη ερμηνεία του. 

Γράφει ο Γιάννης Μουστάκας 

Με αυτό τον όρο εννοούμε την παρουσίαση των αριστουργημάτων των μεγάλων τραγικών μας ποιητών, στον αυθεντικό χώρο όπου δημιουργήθηκαν και στη διάδοχη γλώσσα στην οποία γράφτηκαν.


(Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου)

Αυτό, σε συνδυασμό με την κοινή παραδοχή ότι το συγκεκριμένο είδος αποτελεί το θεμέλιο λίθο και το αφετηριακό σημείο του παγκόσμιου θεάτρου, είναι η αιτία της υψηλής διεθνούς ζήτησης για το συγκεκριμένο πολιτιστικό προϊόν, το οποίο και αποτελεί το συγκριτικό εθνικό μας πλεονέκτημα, αφού ίσως είναι το μοναδικό μετοχικό πολιτιστικό κεφάλαιο βάσει του οποίου θα αναμέναμε τη διανομή κάποιου μερίσματος.

Το αντιφατικό στην όλη ιστορία, κάτι που τείνει να καταρρίψει όλους του νόμους της αγοράς, είναι ότι, παρά τη συνεχή και αυξανόμενη ζήτηση, δε φαίνεται να υπάρχει από την πλευρά μας η ανάλογη προσφορά!

Όπως σε όλα τα προϊόντα, έτσι και στον πολιτισμό, το όποιο πλεόνασμα μπορεί και πρέπει να εξάγεται. Πόσο μάλλον εκείνο της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας, όταν μάλιστα αυτή εδράζεται στην πολιτιστική κληρονομιά. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου το γεγονός ότι όλα τα σοβαρά κράτη έχουν επενδύσει σε αυτό τον τομέα, χρησιμοποιώντας τον ταυτόχρονα και ως μέσο διείσδυσης στις άλλες αγορές, μέσω της εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής και διπλωματίας τους.

Τρανταχτό παράδειγμα η μουσική αγγλοσαξονική βιομηχανία, η οποία στο Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται στην τρίτη θέση σε τζίρο επί του ΑΕΠ (μετά τις υπηρεσίες και τη ναυτιλία), ενώ κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στις ΗΠΑ. Επίσης, χώρες που δεν είχαν κάποια σημαντική παράδοση ή πολιτισμικό απόθεμα, όπως το Βέλγιο και η Ολλανδία, εντόπισαν τα κενά στην παγκόσμια αγορά (niche markets), σπεύδοντας να τα καλύψουν, καταθέτοντας, για παράδειγμα, τη δική τους πρόταση στο σύγχρονο χορό. Τέλος, τα μεγάλα έθνη, στο πεδίο πάντα της διείσδυσης και της πολιτισμικής επεκτατικής πολιτικής τους, λειτουργούν θεσμικά, δομώντας οργανισμούς όπως το British Council, το Γαλλικό Ινστιτούτο, το Goethe, που αποδεικνύονται κερδοφόρα, πουλώντας παράλληλα και άλλα προϊόντα πνευματικού χαρακτήρα, όπως η γλώσσα.

Στον αντίποδα ακριβώς η Ελλάδα, μία χώρα με τεράστια πολιτιστική ιστορία αλλά και με σημαντική σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία, η οποία όμως ποτέ δεν κατάφερε να την προβάλλει, να τη διαφημίσει και να την εξάγει συστηματικά στις διεθνείς αγορές, παρά μόνο επαναπαύθηκε στη στόχευση της «σίγουρης», εξασφαλισμένης και με δίχως ρίσκο προσέγγισης του απόδημου ελληνισμού.


(Παράσταση αρχαίου δράματος)

Την τελευταία δεκαετία βέβαια, και λόγω της οικονομικής κρίσης, ακόμη κι αυτές οι περιοδικές «εξορμήσεις» έχουν περιοριστεί σημαντικά. Σίγουρα οι δεδομένες οικονομικές δυσκολίες έπαιξαν έναν περιοριστικό ρόλο. Πόσο μάλιστα για τις ογκώδεις και απαιτητικές θεατρικές παραγωγές που προαναφέραμε.

Η πιο σημαντική όμως μεταβλητή σε αυτή την εξίσωση, είναι η διαχρονική στάση του Ελληνικού κράτους, η ουσιαστική απουσία του και το έλλειμμα μιας στοιχειώδους πολιτικής αξιοποίησης του εγχώριου καλλιτεχνικού ανθρώπινου δυναμικού και του παραγόμενου έργου του. Η αδυναμία της Πολιτείας, κατά πρώτον να κατανοήσει και κατά δεύτερον να στηρίξει και να εκμεταλλευτεί το σύγχρονο πολιτισμό, καταγράφεται στις χρόνιες παθογένειές της: Από την απουσία της απαραίτητης ενιαίας αντίληψης και της συγκροτημένης εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής και διπλωματίας, μέχρι την πρόσφατη διολίσθηση στο απόλυτο κενό.

Από την άλλη πλευρά, ο καλλιτεχνικός μας χώρος είχε να αντιμετωπίσει και εγγενείς δυσκολίες. Η μη διεθνής εξοικείωση με την ελληνική γλώσσα αλλά και η διαπιστωμένη δογματική θεματολογική εσωστρέφεια των Ελλήνων δημιουργών, αποδείχθηκαν ανυπέρβλητα εμπόδια να καταστεί το επιθυμητό σε εφικτό, να αποκτήσει δηλαδή το παραγόμενο πολιτιστικό προϊόν έναν οικουμενικό χαρακτήρα και να κινήσει το ενδιαφέρον του παγκόσμιου κοινού.

Η έλλειψη, λοιπόν, της απαιτούμενης εξωστρέφειας σε συνδυασμό με την αναγκαία αλλά ανύπαρκτη κρατική καθοδήγηση και υποστήριξη, επέφεραν μεγάλες εθνικές «ήττες» στο συγκεκριμένο «τερέν» και τη μη καταχώρησή μας στους νέους διεθνείς πολιτιστικούς χάρτες.

Εξόφθαλμο παράδειγμα το ότι την περίοδο που το ethnic και η world music αποτέλεσαν κυρίαρχες παγκόσμιες τάσεις, τόσο το ελληνικό τραγούδι όσο και η δημοτική μας παράδοση δεν κατάφεραν να ενταχθούν σε αυτό το ρεύμα και να γίνουν μόδα. Πολλές χώρες εξήγαγαν και επέβαλαν εθνικά προϊόντα, το τάνγκο, το φλαμένκο, τα κρουστά της Αφρικής, τους περιστρεφόμενους δερβίσηδες ή τους ιπτάμενους Κοζάκους. Σε αντίθεση, οι Έλληνες τραγουδιστές αλλά και τα λαϊκά δρώμενα, από τις «Μπούλες» της Νάουσας ως τους Ποντιακούς πυρρίχιους, παρέμεναν σκονισμένα στα εγχώρια ράφια. Την ίδια ακριβώς τύχη είχαν και όλα τα υπόλοιπα καλλιτεχνικά αλλά και πνευματικά δημιουργήματα, ακόμη και το ελληνικό βιβλίο που κατά καιρούς στο παρελθόν μεγαλούργησε.

Οι ελάχιστες εξαιρέσεις που αφορούν σε διεθνούς εμβέλειας ελληνικής καταγωγής προσωπικότητες, όπως ο Βασίλης Βασιλικός, ο Κώστας Γαβράς, ο Γιώργος Βογιατζής, ο Τίτος Βανδής, ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, η Νανά Μούσχουρη, ο Ντέμης Ρούσος και άλλοι, δυστυχώς δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε καν ως η φωτεινή εξαίρεση. Όλοι τους, διανοούμενοι, συγγραφείς ή καλλιτέχνες, μεγαλούργησαν και έγιναν διάσημοι στο εξωτερικό. Δημιούργησαν δηλαδή σε άλλο περιβάλλον, με άλλες προσλαμβάνουσες και υπό άλλες συνθήκες και το έργο τους επικοινωνήθηκε απευθείας με τους όρους και του κανόνες της διεθνούς πολιτιστικής αγοράς.

Η πραγματική, μοναδική και φωτεινή εξαίρεση ήταν πάντα η σύγχρονη ελληνική ερμηνεία αρχαίου δράματος, για τους λόγους που αναφέραμε και στην εισαγωγή μας. Με δεδομένη τη διεθνή παραδοχή και σεβασμό, τα δυο κρατικά μας θέατρα (Εθνικό και ΚΘΒΕ), το Θέατρο Τέχνης, το Άττις και αρκετοί άλλοι κρατικοί, εποπτευόμενοι ή επιχορηγούμενοι παλαιότερα φορείς, εκμεταλλεύτηκαν αυτή τη δυναμική. Διέσχισαν με μεγάλες περιοδείες όλες τις ηπείρους δίνοντας παραστάσεις σε όλες τις μεγάλες μητροπόλεις του κόσμου, αλλά και στα σημαντικότερα διεθνή φεστιβάλ θεάτρου, όπως τα «Ευρωπάλια», το «Ακαπούλκο» και άλλα. Τότε που ακόμη η εγχώρια προσφορά εναρμονιζόταν με τη διεθνή ζήτηση.

Συν τοις άλλοις, στις σημερινές δυσμενείς συνθήκες προστίθεται πλέον και μία ενδογενής αυτοκτονική καλλιτεχνική τάση, όπως αυτή εκφράστηκε την τελευταία δεκαπενταετία με την ετεροχρονισμένη επαναεισαγωγή στη χώρα, ξεπερασμένων διεθνώς, μεταμοντέρνων ρευμάτων. Τη στιγμή μάλιστα που οι σημαντικές θεατρικές σχολές και σκηνές της Αγγλίας, της Ρωσίας ή της Αμερικής επανατοποθετούνται εστιάζοντας σε έννοιες όπως η ποιοτική δουλειά και η υψηλή αισθητική. Στην Ελλάδα, εξαιτίας της υποκειμενικής αδυναμίας κατανόησης της σπουδαιότητας του αρχαίου δράματος και του πυρήνα του, με πρόσχημα την αντίληψη περί δήθεν κορεσμού του, επιδοθήκαμε σε μια σταδιακή, πλην όμως συστηματική, απαξίωση της κλασικής προσέγγισής του, ως διδαχή και ερμηνεία. Η απεμπόληση αυτή έφερε ως αποτέλεσμα την επικοινωνιακή αποθησαύρισή του, άρα και την αποδυνάμωση της εξαγώγιμης αξίας του.  


(Αλέξης Μινωτής-Φωτογραφία από το αρχείο του Εθνικού Θεάτρου)

Τι κάνουμε λοιπόν;

Κατ’ αρχήν, να κατανοήσουμε ότι διαθέτουμε στα χέρια μας ένα πολιτισμικό υπερόπλο. Η διεθνής εμβέλεια του αρχαίου δράματος οφείλεται στην παγκόσμια γλώσσα του, παρόμοια με εκείνη του χορού ή της κλασικής μουσικής. Δημιουργοί και ερμηνευτές, αποβάλλοντας ταμπού και ιδεοληψίες, οφείλουν να προστατέψουν το μοναδικό αυτό ελληνικό brand name. Η Πολιτεία, από την άλλη, υποχρεούται να ταυτοποιήσει αυτή τη μοναδική εθνική καλλιτεχνική φυσιογνωμία, μέσω της δόμησης, επιτέλους, μιας εθνικής πολιτιστικής πολιτικής. Που εξελισσόμενη προοδευτικά σε εξωτερική πολιτιστική πολιτική, θα μεταλλάξει και την εθνική μας πολιτιστική ταυτότητα σε διεθνές διαβατήριο, εντάσσοντας το ντόπιο καλλιτεχνικό προσωπικό και τις δημιουργίες του στο διεθνές στερέωμα.

Κάτι τέτοιο, πέραν των υπολοίπων ευεργετικών επιπτώσεων, θα απεγκλώβιζε και τα καλλιτεχνικά επαγγέλματα από την καταδίκη της αόριστης πνευματικής ενασχόλησης, αναβαθμίζοντας και το βιοποριστικό επίπεδο των φυσικών τους φορέων.

Όσο για τις υπόλοιπες σκηνικές τέχνες, τους φυσικούς φορείς και τους ντόπιους εκφραστές τους, είναι καιρός να αποενοχοποιηθούν, κατεβάζοντας σε πρώτη φάση το χειρόφρενο της εσωστρέφειας.    

 

Γιάννης Μουστάκας
Οι ιστορίες είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου και μου αρέσει να τις γράφω, είτε δικές μου είτε δανεικές. Γιατί οι ιστορίες είναι ο τρόπος να αφηγούμαστε τη ζωή, να αναπολούμε τις ωραίες και όμορφες στιγμές της, μη λησμονώντας και τις ζόρικες που μας δίδαξαν τα σημαντικά. Ίσως για μένα να είναι και μια μορφή αυτοψυχανάλυσης. Στο Youfly.com αρθρογραφώ για πολιτιστικά θέματα και την καλλιτεχνική επικαιρότητα, ελπίζοντας πως το πληκτρολόγιό μου θα συμβάλλει στο να ανακαλύψουμε μαζί ανεξερεύνητες γωνιές στον κόσμο των τεχνών.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ακολουθηστε μας
52,595ΥποστηρικτέςΚάντε Like
10,130ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
11,811ΑκόλουθοιΑκολουθήστε

ΔΗΜΟΦΙΛΗ