ad

«Βανίλια» του Μάριου Λεβέντη

«Βανίλια» του Μάριου Λεβέντη

Η βανίλια της έντιμης επιστροφής μας στην ξεγνοιασιά. Το υποβρύχιο της απόλυτης αναγωγής με τη γλύκα της ζωής. Εκείνης που επισήμαινε την επίσημη έξοδό μας στο καφενείο του κόσμου. Εκεί που χωρούσαν σ’ ένα ρετρό καφετί τραπεζάκι όλες οι δεξιώσεις των συναντήσεων μας. Εκεί που είτε με κακόβουλο Αόριστο, είτε με υποχθόνιο Παρατατικό, εμείς διασκεδάζαμε τον Ενεστώτα και τον γιορτάζαμε. Έτσι, με την βυθισμένη βανίλια στο ποτηράκι μας.

Εκείνη που μας έμαθε πως η γλύκα έχει βάθος και δεν επιπλέει στην επιφάνεια αβασάνιστα. Εκείνη που μας έμαθε πως έρχεται σε δόσεις και καταφτάνει αεροπορικά με το κουταλάκι. Και πετάει στα σύννεφα, πετάει και το χαίρεται! Πετάει πάνω από τη γη της πίκρας και του στιφού γευστικού της κάλυκα. Η απολαυστική υδάτων και ανέμων που με το πέπλο της ζαχαρίτσας της, πάντρευε την άγνοια του κινδύνου με τα μεγάλα μας όνειρα στο ξωκλήσι του αφελέστατου «για πάντα».

Πολύ αφελέστατου αφού όσο μεγαλώνουμε οι διαψεύσεις μεγαλώνουν, πολλαπλασιάζονται, διαιρούνται, εκπίπτουν. Αφού όσο μεγαλώνουμε οι διαπιστώσεις πιστώνουν τα ίδια τα χρόνια. Αφού όσο μεγαλώνουμε τα ποτηράκια σπάνε και τα κουταλάκια βάζουν τα δυνατά τους να γίνουν το μεγάλο κουτάλι. Αυτό που τρώμε τη ζωή. Μια ζωή χωρίς παντεσπάνι, χωρίς μους σοκολάτας και εκχύλισμα μαστίχας.

Μια ζωή που ρέπει τελικά στην αλμύρα και στη δίψα. Και δεν αντιμετώπισε ποτέ τα δύσκολά της με ευκολίες. Μόνο με ανάγκες. Με τεράστιες ανάγκες που εφευρίσκουν την νοσταλγία. Και κάνουν ότι μπορούν, ότι αντέχουν. Όχι ό,τι βολεύονται. Με την καρδιά τους να καταδύει ολόκληρη στο σώμα της εκάστοτε πικρίας, δαγκώνουν μισό κουταλάκι βανίλια ίσα για να θυμούνται τις βουτιές μέσα τους. Να θυμούνται πως η γλύκα έχει βάθος και δεν επιπλέει στην επιφάνεια αβασάνιστα. 

Mάριος Λεβέντης

ad